Αθήνα

°C

Κυριακή

01

Αυγούστου 2021

alphafreepress.gr / ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ / Όμορφος «Colossus», αλλά για λίγους
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Όμορφος «Colossus», αλλά για λίγους

  Θυμάμαι όταν, το 2012, είδα τη δεύτερη  δουλειά του Θάνου Παπακωνσταντίνου (πρώτη  ήταν το «Άμλετ»)  και  της ομάδας  του «Ηelter Skelter Co», έγραψα ότι  σε κάμποσα χρόνια θα μιλάμε γι αυτόν τον σκηνοθέτη. Αυτό, όμως, συνέβη μόλις  την  επόμενη χρονιά! Έκτοτε και αναγνωρίστηκε και έπαιξε στο φεστιβάλ Αθηνών, αλλά  πια απευθύνεται  μόνο σε λίγους […]

Colossus_4a©StavrosHabakis

 

Θυμάμαι όταν, το 2012, είδα τη δεύτερη  δουλειά του Θάνου Παπακωνσταντίνου (πρώτη  ήταν το «Άμλετ»)  και  της ομάδας  του «Ηelter Skelter Co», έγραψα ότι  σε κάμποσα χρόνια θα μιλάμε γι αυτόν τον σκηνοθέτη. Αυτό, όμως, συνέβη μόλις  την  επόμενη χρονιά! Έκτοτε και αναγνωρίστηκε και έπαιξε στο φεστιβάλ Αθηνών, αλλά  πια απευθύνεται  μόνο σε λίγους και πολύ θεατρόφιλους θεατές.

από την Ηρώ Μητρούτσικου                                                     

Μετά την παρουσίαση των έργων «Venison (Κρέας κυνηγιού)» (2012) και «Pedestal (Βάθρο)» (2013), εμπνευσμένα από τις “Ευμενίδες” και τις “Χοηφόρους” αντίστοιχα, το «Colossus (κολοσσός)» του Θάνου Παπακωνσταντίνου έρχεται να ολοκληρώσει το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, την οποία ο ίδιος ονόμασε «Carnage(Σφαγή)», προτείνοντας, τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά, μια ελεύθερη απόδοση της Ορέστειας του Αισχύλου.

Ο εγκιβωτισμός υπάρχει σε όλες τις παραστάσεις του Θάνου Παπακωνσταντίνου, όπως και η τελετουργία. Ο σκηνικός χώρος (σκηνικά-κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού) αποτελείται από τρία επίπεδα βάθους, που το ένα διαδέχεται το άλλο  ή καλύτερα, με την προοπτική, το ένα μοιάζει να βγαίνει μέσα από το άλλο, ενώ η σκηνή χωρίζεται από τους θεατές με μια ημιδιάφανη κουρτίνα, η  οποία δεν θα ανοίξει ποτέ(σύνθεση κειμένου-σκηνικός χώρος-σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου).

Το πρώτο επίπεδο είναι καλυμμένο με χώμα, ενώ  στρατιώτες με μαύρες σημαίες παρελαύνουν, με στολές που παραπέμπουν σε ναζί (σαφής αναφορά στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα)· ένας Χορός στρατιωτών στο κάλεσμα ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Μπροστά από αυτό, πολύ κοντά στους θεατές, ένα μαύρο φέρετρο. Άλλο χαρακτηριστικό του σκηνοθέτη -πέρα  από τις τελετουργικές κινήσεις- είναι οι συμμετρίες, οι γραμμικές κινήσεις, το αίμα.

Ο δεύτερος χώρος που αποκαλύπτουν οι κουρτίνες φανερώνει ένα σπίτι παλαιάς αισθητικής. Ο σκηνοθέτης ή ο σκηνογράφος (αλλά και η σημερινή μόδα) δείχνουν σαφή προτίμηση στα σπίτια των απλών ανθρώπων της δεκαετίας του ‘70 και ΄80 εποχή, κατά την οποία μεγάλωνε ο σκηνοθέτης, Επίσης το σπίτι ήταν σύμβολο της εποχής του μακαρθισμού και του συντηρητισμού (1960-70)  στις ΗΠΑ.

Τίποτα, όμως, δεν υπάρχει στο σκηνικό χωρίς λόγο. Όλα τα έπιπλα είναι σημαίνοντα. Ένα τραπέζι φαγητού, ένα παρκοκρέβατο μωρού, μια κουνιστή πολυθρόνα και η μπανιέρα που προμηνύει το φρικτό τέλος. Ο χώρος περιστοιχίζεται από παρά πολλά ντουλάπια, κλειστά (άλλος ένας συμβολισμός για τα μυστικά του οίκου των Ατρειδών) των όποιων το περιεχόμενο αγνοούμε, αλλά κι αυτό δεν θα αργήσει να βγει στη σκηνή.

Έπειτα από το κλίμα πολέμου στον εξωτερικό χώρο, μεταφερόμαστε στον εσωτερικό χώρο, στο σπίτι της συζύγου (Μαρία Καλλιμάνη) του στρατηγού (Θάνος Παπακωνσταντίνου), ο οποίος αναχώρησε για τον πόλεμο ή στο σπίτι μιας οποιαδήποτε γυναίκα, της οποίας ο άντρας της πολεμάει στο μέτωπο. Η γυναίκα καθαρίζει υστερικά, ενώ, συγχρόνως, η κίνησή της εμπεριέχει ένα είδος τελετουργίας. Η αναμονή για τον άντρα, προφανώς, την έχει φέρει σε αυτή την υστερική κατάσταση. Η υστερία είναι ατελείωτη, ο συντηρητισμός ατελείωτος και γι’ αυτό είναι σαρωτικός, γι αυτό διαλύει τα νεύρα, δημιουργεί ψυχοπαθολογικές προσωπικότητες. Και φτάνουμε στο φόνο. Είναι η άλλη όψη του πολέμου μέσα στο σπίτι. Ίδια αρρώστια, όπως στο μέτωπο.

Σε αντίστιξη με αυτόν τον εσωτερικό κόσμο, στον οποίο όλα είναι στην εντέλεια -ορισμένα και απόλυτα καθορισμένα- στον εξωτερικό χώρο αρχίζει να εισέρχεται η βρωμιά του πολέμου  Οι πεσόντες, οι απώλειες της  μάχης, εναποτίθενται λίγο πιο έξω από το παλάτι, ως ρούχα αδειανά. Όλα υπό τους ήχους του αμείλικτου χρόνου. Η μουσική στις παραστάσεις του Παπακωνσταντίνου είναι πάντα υποβλητική (σύνθεση ήχων: Αντώνης Μόρας).

Σκηνοθετικά, όμως, η υστερία της καθαριότητας -όσο τέλεια κι αν εκτελείται- εξαντλεί την υπομονή του θεατή… Έχουμε καταλάβει τι βλέπουμε, πολύ σύντομα κι ενώ περιμένουμε την εξέλιξη, η συνέχιση της λάτρας δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω στον θεατή. Έξω, βομβαρδισμοί και σάλπιγγες, αλλά αυτό δεν παρεμποδίζει την καθαριότητα. Όταν, επιτέλους θα τελειώσει, η σύζυγος θα ξεκινήσει το πλέξιμο. Άλλο χαρακτηριστικό του σκηνοθέτη: οι μάσκες που αναπαριστούν ζώα. Γύπες για τις ανδρικές παρουσίες  και κουνελιού για την γυναικεία, θα κάνουν την εμφάνισή τους στο εσωτερικό του σπιτιού. Η εμπόλεμη ζώνη επεκτείνεται και εντός της οικίας.

Μέχρι που μια παραμυθένια φιγούρα (η θυσιασμένη Ιφιγένεια) με λευκό, μακρύ φόρεμα, ως νυφικό και κατάμαυρα μαλλιά, σηκώνεται από το φέρετρο-από τον χώρο των νεκρών, μπαίνει σιγά σιγά στον σκηνικό χώρο και, περνώντας από την βρωμιά του πολέμου, εισβάλει στο απαστράπτων σπίτι, βρώμιζοντάς το, και διαβρώνει με την παρουσία της το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Μάνα και πεθαμένη-θυσιασμένη κόρη μόνες. Κάποιο μωρό που υπάρχει στην κούνια (Ορέστης;) το αναλαμβάνει η μαμά—κουνέλα (παιδαγωγός;).

Οι νεκροί έξω από το σπίτι πληθαίνουν, ενώ μέσα στο σπίτι εμφανίζεται η ωμοφαγία. Έτσι κι η γυναίκα από νοικοκυρά-Πηνελόπη θα μεταμορφωθεί σε εκδικητή. Ο άντρας θα επιτρέψει νικητής μεν, αλλά με τεράστιες απώλειες δε. Η νίκη του είναι ένα τίποτα, δεν έχει μείνει τίποτα, ενώ οι επιζώντες στρατιώτες του έχουν μετατραπεί σε τέρατα, σαν επιθετικά σκυλιά των SS, που πατούν επί πτωμάτων. Το τσεκούρι ξανακάνει την εμφάνισή του, αυτή τη φορά από την Κλυταιμνήστρα, η οποία θα δολοφονήσει στην μπανιέρα τον νικητή στρατηγό, σε μια σκηνή που παραπέμπει στον πίνακα της δολοφονίας του Μαρά (1793,  Ζακ-Λουί Νταβίντ).

Τώρα πια παρουσιάζεται το τρίτο επίπεδο. Κόκκινο και στο κέντρο του η Κλυταιμνήστρα, σύμβολο της μητριαρχίας,  να φοράει επίσης, κόκκινο, ένα φόρεμα το οποίο εκτείνεται στον χώρο και καταλήγει να ενώνεται με τα ρούχα των νεκρών του πολέμου (ή των μεταναστών στα ελληνικά παράλια;), ενώ μουρμουρίζει: «Το λάθος πρέπει να ξαναφτιαχτεί από την αρχή, αν γίνεται να ξαναφτιαχτεί με αίμα». Η ίδια γίνεται, τελικά, ένα νέο μνημείο, ένα μυθικό τέρας – παγωμένο και βουβό.

Είναι η διαδρομή του ανθρώπου από ένα οργανωμένο πολιτειακό σύστημα προς μια κοινωνία αυτοδικίας, η αντίθετη διαδρομή δηλ από τη διαδρομή της “Ορέστειας”. Μια παράσταση με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα, χωρίς να διατηρεί τίποτα από το κείμενο  του αρχαίου έργου, αλλά μόνο την ιδέα που αποπνέει αυτό.

Πρόκειται στην ουσία για μια εικαστική παράσταση, σχεδόν χωρίς λόγια αλλά με 5-6 μόνο υπέροχους μονόλογους. Οι εικόνες που δημιουργεί ο Παπακωνσταντίνου είναι πάντα πολύ δυνατές και σου μένουν, δυστυχώς όμως, απευθύνεται σε ένα πολύ εξειδικευμένο κοινό. Είναι αυτό το ζητούμενο του; Κι αν εξιτάρει μια μερίδα θεατρολόγων ή ηθοποιών και ειδικευμένων θεατρόφιλων, τι γίνεται με το απλό θεατρόφιλο κοινό; Σίγουρα μια “Ορέστεια” δεν θα απευθύνονταν σε όσους πάνε στο θέατρο για διασκέδαση και μόνο, αλλά γιατί να περιοριζόμαστε τόσο; Και σε κάθε σκηνοθεσία όλο και πιο πολύ; Το “Venison” μου είχε εξιτάρει το μυαλό, με είχε ενθουσιάσει, τώρα βγήκα από την αίθουσα μόνο σκεπτική και ολίγον τι βαριεστημένη. Το θέατρο δεν είναι επικοινωνία;

 

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (υπόγειο)

Πειραιώς 206, Ταύρος

Τηλ.: 210 341 8550

E-mail: [email protected]

Πέμπτη έως Κυριακή, 21:30 (έως 28 Μαΐου 2017)

Εισιτήριο: 15, 12 ευρώ

 

ΤΙ ΕΙΔΑΜΕ & ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ:

  • “Γυάλα”, Φούρνος
  • “Το στρίψιμο της βίδας”, Άνεσις
  • “Θερισμός” Εθνικό (τσίλλερ)
  • “Η μεγάλη Χίμαιρα”, “3 Αδερφές”, Πορεία
  • “Curing room”,                                                                Vault
  • “Άγριος Σπόρος”, Επί Κολωνώ
  • bob festival Πειραιώς 260

 

Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις