alphafreepress.gr / ΕΛΛΑΔΑ / 1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Η πιο αγνή μορφή της Επανάστασης
ΕΛΛΑΔΑ

1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Η πιο αγνή μορφή της Επανάστασης

1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Ένας πρωτεργάτης του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας.

Εορτή του Αγίου Αθανασίου σήμερα και στο μυαλό μας έρχεται ο ήρωας του 1821 Αθανάσιος Διάκος, που με τη σύντομη μα περιπετειώδη ζωή του και το ηρωικό του τέλος, πέρασε στο εθνικό θυμικό ως η αγνότερη μορφή της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 και δύο χωριά ερίζουν για την καταγωγή του. Αυτά είναι η Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας, που σήμερα φέρει το όνομα Αθανάσιος Διάκος, και το άλλο η γειτονική Αρτοτίνα. Πρόκειται για δύο ορεινά και φτωχά χωριά και σε όποιο κι αν γεννήθηκε ο Διάκος έφερε το όνομα Αθανάσιος Γραμματικός. Ο πατέρας του Νικόλαος ήταν φτωχός άνθρωπος και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του. Γι’ αυτό και έστειλε τον 12χρονο Θανάση στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου ως δόκιμο μοναχό.

Η καλογερική θητεία του Διάκου υπήρξε σύντομη. Η παράδοση λέει ότι εγκατέλειψε το μοναχικό σχήμα, όταν ένας Τούρκος αγάς, θαμπωμένος από την ομορφιά του, έθιξε τον ανδρισμό του κι αυτός τον σκότωσε. Τότε ο Θανάσης εγκατέλειψε το μοναστήρι και εντάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, λαμβάνοντας το προσωνύμιο Διάκος, που θα τον ακολουθούσε στην ιστορία. Εξάλλου μια τέτοια κίνηση ήταν στην οικογενειακή του παράδοση, μια και ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες. Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, με επικεφαλής τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Τον τελευταίο τον ακολούθησε στη Λιβαδειά, όταν διορίστηκε αρχηγός στο τοπικό αρματολίκι.

Αθανάσιος Διάκος, προτομή

1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Η επαναστατική δράση

Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστάτησε στην κήρυξη της Επανάστασης στην Μονή του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία. Δύο εβδομάδες αργότερα με την ενεργό συμμετοχή του η Λιβαδειά, η Αταλάντη, η Θήβα και η Μενδενίτσα πέφτουν στα χέρια των επαναστατών. Ενθαρρυμένος από τις αρχικές επιτυχίες επιχειρεί άκαρπα να καταλάβει την Υπάτη και τη Λαμία, το διοικητικό κέντρο της περιοχής.

Οι οθωμανικές αρχές σε απάντησε στέλνουν τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ με 8.000 άνδρες για να καταστείλουν την επανάσταση. Στις 17 Απριλίου οι δύο πασάδες έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τη Λαμία, βόρεια του ποταμού Σπερχειού. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί σε σύσκεψη που πραγματοποίησαν αποφασίζουν να υπερασπιστούν τις διαβάσεις του ποταμού, ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων στη νότια Ελλάδα. Ο Αθανάσιος Διάκος αναλαμβάνει τη φύλαξη του ξύλινου γεφυριού της Αλαμάνας.

 

Εύζωνες, μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη

 

1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Η μάχη της Αλαμάνας και το τραγικό τέλος

Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα σε όλο το εύρος του ελληνικού μετώπου. Ο Διάκος υπερασπίζεται με τους λιγοστούς άνδρες του το ξύλινο γεφύρι ηρωικά, αλλά τραυματίζεται και τελικά συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Την επόμενη μεταφέρεται σιδηροδέσμιος στη Λαμία, όπου του προτείνεται να συνεργαστεί με τους Τούρκους. Η αποστομωτική απάντησή του, που διασώζεται στα δημοτικά τραγούδια, επιφέρει τον τραγικό του θάνατο διά ανασκολοπισμού.

 

Εύζωνες άγημα

 

1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Δύο δημοτικά τραγούδια για τον Διάκο

Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,

καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.

-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης,

Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

 

Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,

ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:

– Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,

δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες

γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,

όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

 

Επήραν τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,

στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια.

-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,

ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

 

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους.

Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,

τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

 

Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια,

και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε,

έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες.

Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα

κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.

Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

 

Κι’ Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:

– Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης,

να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης;

Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:

-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,

εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω.

Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,

μόνο πέντ’ έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,

όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

 

Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:

-Χίλια πουγγιά σας δίνω ‘γω κι’ ακόμα πεντακόσια,

το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,

ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

 

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,

Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε.

Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.

– Εμέν’ αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη

ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας,

αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι.

 

1821 Ελλάδα Αθανάσιος Διάκος: Η πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού

Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,

μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι’ άλλη το Καρπενήσι,

η τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

 

– Πολλή μαυρίλα ν’ έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι

καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.

– Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ’ ο Λεβεντογιάννης,

Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.

 

Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:

– Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,

π’ εκεί είν’ ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ’ με

τ’ ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.

 

Κι’ έμειν’ ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,

τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.

Εμαύρισε κι’ αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,

απ’ τις μπαρούτες τις πολλές κι’ απ’ τα πολλά τα σμπάρα.

 

Τσακίστη το ντουφέκι του απ’ τα πολλά ντουφέκια,

το ‘σπασε το σπαθάκι του απάν’ από τη χούφτα,

τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν’ τα κοντοτουρκάκια.

 

Κι’ ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:

– Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;

– Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;

εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.

 

Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,

κι’ ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:

– Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,

τώρα το Μάη, την άνοιξη, π’ ανοίγουν τα λουλούδια!