alphafreepress.gr / ΕΛΛΑΔΑ / Μια οφειλόμενη συγγνώμη, από την Ευτυχία Παπούλια
ΕΛΛΑΔΑ

Μια οφειλόμενη συγγνώμη, από την Ευτυχία Παπούλια

Από την Ευτυχία Παπούλια

Κοινωνιολόγος

Όλοι οι άνθρωποι θα ήταν τύραννοι, αν μπορούσαν.

Daniel Defoe, Άγγλος συγγραφέας

Ίσως τίποτα χειρότερο να μην υπάρχει στον κόσμο από τούτο: Μια μάνα που είδε το παιδί της στο χώμα. Κι εκεί, μπροστά σε αυτή την τραγωδία, πρέπει να σταματά κάθε ανάλυση της όποιας υπερβολής διακρίνει κανείς, όλες αυτές τις ημέρες που η δίκη της Χρυσής Αυγής μονοπωλεί το ενδιαφέρον των ελληνικών και ξένων ΜΜΕ. Δεκάδες χιλιάδες “αντιφασίστες” όπως αποκαλούνται όσοι δεν… είναι φασίστες (;), σήκωσαν την Αλεξάνδρας στον τόπο από τις κραυγές δικαίωσης και χαράς. Η δημοκρατία νίκησε! “Ρίξαμε” τον φασισμό! Νικήσαμε!

Οι τηλεοράσεις στη διαπασών στα σπίτια όσων φοβήθηκαν την καταστροφή του covid και δεν συμμετείχαν στην… αντιφασιστική συγκέντρωση, οι απελπισμένοι από τους κλειστούς δρόμους οδηγοί είχαν το ράδιο τέρμα κι όλοι, antifa και μη, με ένα μικρό μειδίαμα στα χείλη, θέλαμε να γευτούμε την ίδια χαρά για την καινούρια Ελλάδα που ξημερώνει, αυτή την γεμάτη δημοκρατία, σεβασμό, χωρίς “ναζί”, χωρίς “μπαχαλάκηδες”, χωρίς καν πατριώτες – ναι, αυτούς που σέρνονται με την ταμπέλα του ακροδεξιού.

Θέλαμε να τρέξουμε στους δρόμους, να γεμίσουμε τον “τοίχο μας” στα social βαρύγδουπα κατεβατά – κι ας μην γνωρίζουμε τα στοιχειώδη της ελληνικής ιστορίας, να ανασάνουμε ελεύθεροι… ζήτω η Δημοκρατία!

Μα πώς… Ένας καθ’ ομολογία δολοφόνος καταλήγει στη φυλακή όπως ο νόμος και μόνο ορίζει, μια οργάνωση χαρακτηρίζεται και με τη “βούλα” πια εγκληματική και τιμωρείται, μια γυναίκα γίνεται σύμβολο, κάποιοι γονείς υποφέρουν σιωπηρά στις καρέκλες του Εφετείου και έξω, κάποιοι σπάνε τις κλούβες και δέχονται τα χημικά των ΜΑΤ. Στα παράθυρα των ΜΜΕ πολιτικά πρόσωπα “σφάζονται”, στο διαδίκτυο οι κατάρες κάτω από κάθε “μη αντιφασιστική” ανάρτηση, είναι ό,τι πιο δημοκρατικό μπορεί να διαβάσει κανείς. Στον αντίποδα, οι δήθεν πιο “ψαγμένοι”, υπενθυμίζουν πως τίποτα δεν νίκησε, πως η μάχη κατά του φασισμού αρχίζει τώρα, ενώ όσοι διέπονται από μια πιο καλλιτεχνική, πιο ρομαντική φύση, συμβουλεύουν τους αμόρφωτους φασίστες, ρατσιστές, ακροδεξιούς και… δεξιούς, να καταφύγουν στο διάβασμα και στα ταξίδια για να βρουν τη σωτηρία, μακριά από κάθε λογής φασιστικά κομμάτια του εαυτού τους.

Στην Ελλάδα, υπάρχει η τάση, πολιτικοί όροι όπως ο λαϊκισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός, να γίνονται “καραμέλα”. Η πλειοψηφία τους χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει οποιαδήποτε ροπή προς την πολιτική βία και τον ολοκληρωτισμό και γενικότερα κάθε μορφή καταπίεσης, ακόμη και το “όχι” των γονιών που γεννά η ανησυχία της εποχής.

Ο όρος «φασίστας» αντικατέστησε με τη μία τον “μακάκα”, ενώ είναι ο πιο εύκολος τρόπος να πετάξει κανείς “μπαρούφες” κάνοντας – δυστυχώς – εντύπωση, μιας και δεν θα χρειαστεί να καταφύγει σε ολοκληρωμένα επιχειρήματα που 99% δεν κατέχει.

Με πολύ απλά λόγια, η φιλελεύθερη ή του καφενείου αντίληψη για τον φασισμό εξαντλεί και αποδίδει το φαινόμενο, σε σχετικά μικρές οργανώσεις φουσκωτών με ξυρισμένα κεφάλια γεμάτα tatoo, οπωσδήποτε αγράμματων και… άχρηστων οικογενειών.

Άρρηκτα συνδεδεμένο και απόρροια αυτής της αδιανόητα μικροαστικής αντίληψης είναι η ιδέα που θέλει να πιστεύει ότι εκφράζει μια δημοκρατική μετριοπάθεια: Ό,τι αυτό που χρειάζεται ο φασισμός είναι «μόρφωση» και «παιδεία».

Λέξεις που ρίχνονται πάντοτε με ένα βολικό απροσδιόριστο περιεχόμενο και βάζουν αυτόματα φρένο στην όποια την συζήτηση, μιας και όλοι νιώθουν ανίκανοι να απαντήσουν στον “μορφωμένο που έπιασε το νόημα” και πείθει πως στην παρέα του ναι, έχει γκέι, σκουρόχρωμους, μετανάστες, αρνητές του Covid και τύπους γεμάτους piercing. Εν τέλει, η κυρίαρχη αντίληψη για τον φασισμό καταλήγει απλώς σε μια αισθητική κρίση, σε αισθητική επιλογή με διαφορετικά γούστα.

Με βάση όλα αυτά, υπάρχουν δύο αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης του φασισμού στην Ελλάδα. Ο πρώτος είναι, η άμεση αναδιοργάνωση του κράτους, η βελτίωση της λειτουργικότητας του, η εξεύρεση λύσης σε προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία, τα τελευταία χρόνια με έντονο τρόπο μάλιστα, ώστε να χτυπηθεί ο Φασισμός στη ρίζα του, εκεί που ποντάρει, πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να καρπωθεί πολιτικά οφέλη.

Η βελτίωση της παιδείας της ελληνικής κοινωνίας, ως δεύτερη λύση, είναι επιτακτική και αποτελεί τη σίγουρη λύση σε κάθε είδους κοινωνικό πρόβλημα. Ξεκινάμε λοιπόν από αύριο, μιας και βρήκαμε τη λύση;

Για τω Θεώ, αν θέλουμε να λειτουργούμε πάνω σε μια ρεαλιστική βάση, θα χρειαστούν τουλάχιστον εκατό χρόνια προκειμένου μια κοινωνία να αλλάξει άρδην νοοτροπία και τρόπο αντίληψης. Ο Χατζηδάκης, είχε γράψει πολύ σοφά λίγο πριν τον θάνατό του: «Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής…».

Ο φασισμός ζει μέσα μας σαν μία φλεγμονή, που όταν βρίσκει τις κατάλληλες συνθήκες εκδηλώνεται… τρώγοντας τα υγιή κύτταρα. Δεν νικιέται, δεν θα νικηθεί. Θα προχωρά, σε έναν παράλληλο δρόμο με τη Δημοκρατία και θα σκοτώνει κάθε φορά που θα τον αφήνουμε ελεύθερο, με τη Δημοκρατία να ακολουθεί και να προσφέρει στην ανθρωπότητα αυτές τις μικρές νίκες που δεν θα εξοντώνουν όμως το “κτήνος”.

Γιατί εμείς, που είμαστε πάντα πιο δυνατοί, θα το τρέφουμε όσο μας είναι αναγκαίο.

Θα παρκάρουμε στη θέση ΑμεΑ για να μην κάνουμε δυο γύρους παραπάνω, θα κάνουμε μαρτύριο τη ζωή του συναδέλφου, θα κοιτάμε τον ψεκασμένο (αυτό δεν είναι φασισμός;) χωρίς τη μάσκα να τρώει ξύλο και θα προσπερνάμε… Γιατί, έλα μωρέ… Ο χειρότερος φασισμός είναι αυτός της καθημερινότητας, που βιώνεις και λες δεν πειράζει. Η καθημερινότητα, η οποία είναι άλλο ένα μικρό στοιχείο της ήττας του σύγχρονου ανθρώπου. Κι αποτελεί ακραία στρεψοδικία να εξαντλούμε την έννοια φασισμός πάνω σε σύγχρονα και μόνο παροδικά μορφώματα, ακραία υποκρισία να πανηγυρίζουμε…

Κι εν τέλει όλοι εμείς, τι θα απαντούσαμε σε εκείνες τις μαμάδες… του Μανώλη, του Γιώργου, του Κωνσταντίνου… Της Παρασκευής, του Επαμεινώνδα, της Αγγελικής; Αλήθεια, τι θα απαντούσαμε αν μας κοιτούσαν βαθιά μέσα στα μάτια, ζητώντας μια ξεκάθαρη απάντηση γι’ αυτή τη μεγαλειώδη νίκη της Δημοκρατίας; Θα τολμούσαμε άραγε να υψώσουμε το κεφάλι;