alphafreepress.gr / ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ / 13 Διηγήματα για το Μάτι: Η συγγραφέας που έζησε από κοντά την πυρκαγιά εξομολογείται
ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

13 Διηγήματα για το Μάτι: Η συγγραφέας που έζησε από κοντά την πυρκαγιά εξομολογείται

13 Διηγήματα για το Μάτι: Η Μαρία Παπαϊωάννου, πεζογράφος, έζησε μαζί με την οικογένειά της από κοντά την φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής.

13 Διηγήματα για το Μάτι: Η Μαρία Παπαϊωάννου, πεζογράφος, έζησε μαζί με την οικογένειά της από κοντά την φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής. Θέλοντας να κάνει κάτι για να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων που έχασαν τραγικά την ζωή τους, τους πυρόπληκτους και τους εγκαυματίες που παλεύουν ακόμη να σταθούν στα πόδια τους, το ίδιο το Μάτι, έγραψε 13 διηγήματα και ευχαριστεί θερμά το Taλκ που δημοσίευε ένα κάθε μέρα μέχρι την “μαύρη” επέτειο.

“Έγραφα για να θυμάμαι”, εξομολογείται η Μαρία Παπαϊωάννου για όσα συνέβησαν την “μαύρη” 23ης Ιουλίου. Τα κείμενα της, 13 στο σύνολο, αποτυπώνουν με κάθε λεπτομέρεια την τραγική εκείνη ημέρα. Οι εικόνες που περνάει στον αναγνώστη, διαβάζοντας καθένα από τα κείμενα, ξυπνάει μνήμες σε όσους έζησαν στον εφιάλτη από κοντά. Αλλά και σε όσους, απλά παρακολουθούσαν τις εξελίξεις από τα μέσα.

13 Διηγήματα για το Μάτι: Η μαύρη 23η Ιουλίου

Μάτι, 23 Ιουλίου
“ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Κάθε χρόνο όταν ξημέρωνε 23 Ιουλίου, το Μάτι μεταμορφωνόταν για μια ολόκληρη ημέρα σε επίγειο παράδεισο και υποδεχόταν τους νεκρούς του. Τους νεκρούς ανθρώπους του, τα νεκρά δέντρα του, τα νεκρά ζώα του, τις νεκρές στιγμές που έμειναν για πάντα λιωμένες στην ώρα που ξέσπασε η πυρκαγιά.

Οι κάτοικοι φορούσαν τα καλά τους και έβγαιναν στους δρόμους, κατευθύνονταν όλοι μαζί προς το Λιμάνι. Οι δικοί τους θα κατέφθαναν από την θάλασσα, με βάρκες και σκαφάκια. Καθόντουσαν στην προβλήτα και κουνούσαν λευκά μαντήλια για να τους δουν. Να δουν τα παιδιά τους που μεγάλωσαν και τους γονείς τους που έφυγαν δίχως να προλάβουν να τους ευχαριστήσουν για όσα τους είχαν προσφέρει όσο ζούσαν.

Το μεσημέρι ξάπλωναν στις αιώρες των αυλών και δροσίζονταν με σπιτικές λεμονάδες και βανίλια υποβρύχιο. Από τα σπίτια μπορούσες να ακούσεις γέλια και παιχνίδια, κυνηγητά και γαργαλητά στις αυλές και στα μικρά δρομάκια κάτω από τα πεύκα.

Το βράδυ, όλοι μαζί, πήγαιναν για πίτσα στην Pizza Ένα και για σινεμά στο Ρία. Το κλίμα βάραινε από εκείνη την στιγμή και έπειτα. Τα γέλια έπαυαν σταδιακά και οι αγκαλιές γίνονταν πιο σφιχτές. Οι μανάδες ψιθύριζαν στα αυτιά των παιδιών τους τα σ’ αγαπώ ενός ολόκληρου χρόνου και τα ζευγάρια ένωναν τα κορμιά τους για να κρατήσουν ο ένας την μυρωδιά του άλλου όσο περισσότερο ήταν δυνατόν.

Όταν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, συγκεντρώνονταν πάλι όλοι στην προβλήτα του Λιμανιού και οι νεκροί επιβιβάζονταν στα σκαφάκια και στις βάρκες που θα τους επέστρεφαν στην απέναντι όχθη. Τα δάκρυα κάθε φορά θύμιζαν εκείνα της πρώτης φοράς. Μόνο που στις επετείους απουσίαζε ο φόβος. Και θέριευε η οργή.

Κάποτε μες στην απελπισία του την ώρα της βραδινής επιστροφής, κάποιος από τους ζωντανούς φώναξε: «Πού είναι ο Θεός; Γιατί κρύβεται;»