4 γενιές για να ανέβει ο Έλληνας στην κοινωνική κλίμακα

ΕΞΩΦΥΛΛΟ

4 γενιές για να ανέβει ο Έλληνας στην κοινωνική κλίμακα

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: AlphaFreePress

Η κοινωνική ανέλιξη παραμένει προβληματική σε πολλές βιομηχανικές χώρες, καθώς χρειάζονται κατά μέσον όρο πέντε γενιές στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για να καταφέρει κάποιος που προέρχεται από φτωχή οικογένεια να φτάσει στο μέσο εισόδημα στη χώρα του. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ η Ελλάδα και η Ισπανία βρίσκονται πάνω από […]

18.06.2018 | 06:52

Η κοινωνική ανέλιξη παραμένει προβληματική σε πολλές βιομηχανικές χώρες, καθώς χρειάζονται κατά μέσον όρο πέντε γενιές στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για να καταφέρει κάποιος που προέρχεται από φτωχή οικογένεια να φτάσει στο μέσο εισόδημα στη χώρα του.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ η Ελλάδα και η Ισπανία βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο, καθώς σε αυτές χρειάζονται 4 γενιές, ενώ στη Γαλλία και τη Γερμανία απαιτούνται έξι γενιές για να ανέλθει κάποιος στην κοινωνική κλίμακα.

“Δεν υπάρχει πλέον κοινωνική κινητικότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ: τα εισοδήματα, το επάγγελμα, το επίπεδο εκπαίδευσης μεταφέρονται από τη μια γενιά στην άλλη”, σημείωσε η Γκαμπριέλα Ράμος, ειδική σύμβουλος του γενικού γραμματέα του ΟΟΣΑ, κατά την παρουσίαση της έκθεσης του οργανισμού σε δημοσιογράφους.

“Στο σύνολο του ΟΟΣΑ, χρειάζονται πλέον τουλάχιστον 5 γενιές κατά μέσον όρο ώστε ένα παιδί που προέρχεται από μια οικογένεια που βρίσκεται χαμηλά στην εισοδηματική κλίμακα να φτάσει στον μέσο όρο της”, πρόσθεσε.

Στη Γαλλία, όπως και στη Γερμανία και τη Χιλή, χρειάζονται έξι γενιές για να μπορέσουν τα παιδιά μιας οικογένειας που βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα εισοδημάτων (στο κατώτερο 10%) να ανέβουν στο μέσο επίπεδο της χώρας τους. Δηλαδή “180 χρόνια”, σημείωσε η Ράμος.

Ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση στην Βραζιλία και τη Νότια Αφρική όπου χρειάζεται να περάσουν 9 γενιές για να ανέβει κανείς στην κοινωνική κλίμακα, ενώ τα πράγματα είναι πολύ πιο άσχημα στην Κολομβία όπου χρειάζεται να περάσουν 11 γενιές.

Τρεις ελληνικές εταιρείες ανάμεσα στις καλύτερες της Ευρώπης

Αντιθέτως, στην Δανία χρειάζονται δύο γενιές και στις άλλες σκανδιναβικές χώρες (Νορβηγία, Φινλανδία, Σουηδία) τρεις γενιές, σύμφωνα με την έκθεση, ενώ στην Ισπανία και στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες έξι χώρες (Νέα Ζηλανδία, Καναδάς, Βέλγιο, Αυστραλία, Ιαπωνία, Ολλανδία) απαιτούνται τέσσερις γενιές.

Η μικρότερη κινητικότητα εντοπίζεται στο χαμηλότερο και το υψηλότερο επίπεδο της κοινωνικής κλίμακας. Κατά μέσον όρο σε 16 χώρες του ΟΟΣΑ, μόνο το 17% των παιδιών “ταπεινής” καταγωγής καταφέρνει να ανέβει στην κοινωνική κλίμακα όταν ενηλικιωθεί, ενώ την ίδια ώρα το 42% των παιδιών από ευκατάστατες οικογένειες καταφέρνει να παραμείνει στο επίπεδο αυτό.

Στη Γαλλία τα ποσοστά αυτά βρίσκονται πολύ κοντά στον μέσο όρο, αλλά στις ΗΠΑ ή στη Γερμανία, η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αντιθέτως αυτή είναι λιγότερο εμφανής στην Ισπανία, στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, όπου έχει γίνει μεγάλη πρόοδος όσον αφορά την πρόσβαση στην παιδεία, και στη Δανία.

Η ανισότητα στις ευκαιρίες δεν αφορά μόνο το εισόδημα από την εργασία, αλλά και το επάγγελμα, την παιδεία και την κατάσταση της υγείας.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ δείχνει ότι τα παιδιά των στελεχών έχουν διπλάσιες πιθανότητες να γίνουν και τα ίδια στελέχη από ό,τι τα παιδιά των χειρωνακτών: στη Γαλλία, 27% αυτών των τελευταίων γίνονται στελέχη, ποσοστό που πλησιάζει τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

ΕΦΚΑ: «Χαμένες» οι γυναίκες και όσοι εργάζονται με μερική απασχόληση

Επίσης μόλις το 17% των παιδιών γονέων που δεν έχουν πτυχία (12% κατά μέσον όρο στον ΟΟΣΑ) κάνουν ανώτατες σπουδές, σε σύγκριση με περισσότερο από το 60% των παιδιών γονιών που ακολούθησαν τέτοιες σπουδές.

“Η έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας δεν είναι κάτι το αναπόφευκτο, μπορούμε να τα πάμε καλύτερα. Με καλύτερα προσαρμοσμένες πολιτικές, μπορούμε να ενισχύσουμε τις ίσες ευκαιρίες”, τόνισε η Ράμος.

Ο ΟΟΣΑ υπογράμμισε ως εκ τούτου ότι “οι χώρες που έχουν ήδη επενδύσει πολύ στην εκπαίδευση ή την υγεία δείχνουν εν γένει μια πολύ μεγαλύτερη κινητικότητα”. Ωστόσο το σημαντικό δεν είναι μόνο, σύμφωνα με τον οργανισμό, “το ύψος των δημόσιων πόρων που διατίθενται”, αλλά και “ο τρόπος με τον οποίο τίθενται στο επίκεντρο οι πιο υποβαθμισμένες κατηγορίες του πληθυσμού”.

Exit mobile version